Μαιευτικοί Υπέρηχοι

ΟΡΙΣΜΟΣ ΥΠΕΡΗΧΩΝ

Υπέρηχος(ultrasound) ονομάζεται:

το μηχανικό κύμα με συχνότητα μεγαλύτερη από αυτήν που μπορεί να ακούσει ο άνθρωπος (περίπου 20.000 Hz). Με άλλα λόγια ο υπέρηχος είναι ένας ήχος τόσο ψηλός που δεν μπορούμε να τον ακούσουμε, καθώς το ανθρώπινο αυτί έχει κάποια όρια. Ωστόσο, άλλα ζώα είναι ικανά να ακούσουν υπερήχους, όπως ο σκύλος, ενώ οι νυχτερίδες τους χρησιμοποιούν για να "βλέπουν" την νύχτα. Οι υπέρηχοι παράγονται από κάποιο κρύσταλλο που δονείται εξαιτίας του πιεζοηλεκτρικού φαινόμενου. Μέσα στο σώμα ο υπέρηχος ανακλάται στις περιοχές όπου υπάρχει μεγάλη αλλαγή στην πυκνότητα. Ο παλμός που ανακλάστηκε επιστρέφει στον κρύσταλλο, ο οποίος πάλλεται και παράγει μια ηλεκτρική ώση, η οποία απεικονίζεται με κατάλληλη συσκευή (οθόνη).

 

ΥΠΕΡΗΧΟΙ ΚΑΙ 1ο τρίμηνο ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗΣ

  1. Επιβεβαίωση της διάγνωσης της φυσιολογικά εξελισσόµενης ενδοµήτριας κυήσεως µε διενέργεια υπερηχογραφικού ελέγχου µεταξύ 5ης – 8ης εβδοµάδος κυήσεως (διάγνωση ενδομήτριας ή εξωμήτριας - έκτοπης κύησης, µονήρους ή πολύδυµης κυήσεως, διαπίστωση θέσης εµφύτευσης.) Προγεννητικός έλεγχος µε βάση το κεφαλουραίο µήκος του εµβρύου και ακριβής υπολογισμός της ηλικίας κυήσεως ιδίως σε ασταθείς κύκλους ή με δυσκολία στον εντοπισμό της τελευταίας περιόδου. Επίσης  ανίχνευση της εµβρυϊκής καρδιακής λειτουργίας.

  2. Το υπερηχογράφημα 11–13+6 εβδομάδων: Η μέτρηση της αυχενικής διαφάνειας είναι μια εξέταση υπερήχων η οποία μας επιτρέπει να υπολογίσουμε τον κίνδυνο χρωμοσωμικών ανωμαλιών στον οργανισμό του παιδιού. Η ιδανική ηλικία κύησης για την μέτρηση της αυχενικής διαφάνειας είναι μεταξύ 11 και 13 εβδομάδων και 6 ημερών. Το ελάχιστο κεφαλουραίο μήκος θα πρέπει να είναι 45 mm και το μέγιστο 84 mm. Μεταξύ της 11ης και 14ης εβδομάδας εγκυμοσύνης γίνεται ορατή στην περιοχή του παιδικού αυχένα μια συγκέντρωση υγρού η οποία μπορεί να είναι αυξημένη σε περίπτωση μιας χρωμοσωμικής διαταραχής (π.χ. της ύπαρξης ενός επιπρόσθετου χρωμόσωματος 21, ονομαζόμενη και τρισωμία 21 ή σύνδρομο Down), αλλά επίσης και στην περίπτωση μιας καρδιακής ανωμαλίας ή μιας λοίμωξης του παιδιού.  Αποτέλεσμα της εξέτασης δεν είναι να διαπιστώσουμε αν το παιδί έχει πραγματικά μια χρωμοσωμική ανωμαλία ή όχι, αλλά προκύπτει μια τιμή η οποία προσδιορίζει τον κίνδυνο της ύπαρξης μιας τέτοιας ανωμαλίας. Όσο μεγαλύτερη είναι η ηλικία της μητέρας, τόσο μεγαλύτερος και ο κίνδυνος χρωμοσωμικής ανωμαλίας του παιδιού. Γι’ αυτό το λόγο στον υπολογισμό του κινδύνου συμπεριλαμβάνεται και η ηλικία της μητέρας.

 

Επιπλέον, υπάρχουν δύο ορμόνες στο αίμα της μητέρας (ελεύθερη β-χοριακή γοναδοτροπίνη και πρωτεΐνη PAPP-A), το επίπεδο των οποίων αλλάζει σε περίπτωση χρωμοσωμικών ανωμαλιών. Στο τέλος της εξέτασης η τιμή που προκύπτει από την ηλικία της μητέρας, την αυχενική διαφάνεια και την αιματολογική εξέταση. προσδιορίζει τον εξατομικευμένο κίνδυνο για την ύπαρξη μιας χρωμοσωμικής ανωμαλίας.

 

Μη επεμβατική δοκιμασία

Μπορεί να γίνει από οποιονδήποτε μπορεί να κάνει αιμοληψία από την μητέρα, αλλά μόνο μετά από λεπτομερή συμβουλευτική εξειδικευμένου ιατρού ώστε η έγκυος να γνωρίζει τους σημαντικούς περιορισμούς της. Δίνει πληροφορίες μόνο για 4 χρωμοσώματα (13, 18, 21, Χ και Υ) και για ορισμένα γονιδιακά χαρακτηριστικά πχ το Rhesus του εμβρύου και όχι για τις υπόλοιπες χρωμοσωμικές ανωμαλίες. Δεν έχει κίνδυνο αποβολής. Έχει μεγάλη ακρίβεια (99%) αλλά μικρότερη της αμνιοπαρακέντησης και γι αυτό δεν είναι εξέταση διαγνωστική (αλλαγή ονομασίας από  Non Invasive Prenatal Diagnosis, NIPD σε Non Invasive Prenatal Testing ή Screening,  NIPT/NIPS) δηλ. πρόκειται για εξέταση που ΔΕΝ μας λέει αν το έμβρυο έχει κάποιο πρόβλημα αλλά μας λέει αν το έμβρυο έχει ΥΨΗΛΗ ή ΧΑΜΗΛΗ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ να έχει το πρόβλημα δηλ. κάτι παρόμοιο με την εξέταση αυχενικής διαφάνειας απλώς με μεγαλύτερη ακρίβεια. Σε περίπτωση χαμηλής πιθανότητας οι γονείς καθησυχάζονται, γνωρίζοντας όμως ότι πρόκειται για εξέταση πιθανοτήτων.

 

Επεμβατική διάγνωση

Αν η μέτρηση της αυχενικής διαφάνειας αναδείξει έναν υψηλό κίνδυνο τότε είναι πολύ πιο πιθανόν οι γυναίκες να προχωρήσουν π.χ. σε μια αμνιοπαρακέντηση.

Στην περίπτωση που η έγκυος επιθυμεί να είναι απολύτως σίγουρη αν το παιδί παρουσιάζει μια χρωμοσωμική ανωμαλία ή όχι, πρέπει να διενεργηθεί μια επεμβατική διαγνωστική εξέταση, δηλαδή μια βιοψία τροφοβλάστης- CVS (ή λήψη ιστολογικού δείγματος των εμβρυικών κυττάρων του μεταγενέστερου πλακούντα), ή μια αμνιοπαρακέντηση (αναρρόφηση αμνιακού υγρού).

• Η διάγνωση χρωμοσωμιακών εμβρυϊκών ανωμαλιών απαιτεί επεμβατικό έλεγχο • Ο κίνδυνος αποβολής μετά από βιοψία χοριακών λαχνών στο πρώτο τρίμηνο είναι ο ίδιος με αυτόν μετά από αμνιοπαρακέντηση στο δεύτερο τρίμηνο της κύησης. • Η αμνιοπαρακέντηση δεν πρέπει να πραγματοποιείται πριν τις 16 εβδομάδες. • Η βιοψία χοριακών λαχνών δεν πρέπει να πραγματοποιείται πριν τις 11 εβδομάδες. • Οι επεμβατικές τεχνικές πρέπει να πραγματοποιούνται από κατάλληλα εκπαιδευμένους και πεπειραμένους ιατρούς.

 

‘Τριπλό test’, µεταξύ 15 – 20 εβδοµάδων κυήσεως.

Υπερηχογραφικός έλεγχος προς διαπίστωση του φύλου του εµβρύου ή της προόδου της κυήσεως κυρίως σε ενδεχόμενη παθολογία της κύησης. Eάν η έγκυος δεν υποβληθεί στον πρώτο πληθυσµιακό προγεννητικό έλεγχο, τότε θα πρέπει να ακολουθήσει το ‘τριπλό test’,  κατά το οποίο η µέτρηση της β-χοριακής γοναδοτροπίνης σε συνδυασµό µε την οιστριόλη και την α-φετοπρωτεϊνη δίδουν χρήσιµες πληροφορίες για την πιθανή παρουσία τρισωµίας του εµβρύου ή υψηλά επίπεδα της α- φετοπρωτεϊνης αυξάνουν το ρίσκο για δισχιδή ράχη.

 

ΥΠΕΡΗΧΟΙ ΚΑΙ 2ο τρίμηνο ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗΣ

Πραγματοποιείται το υπερηχογράφημα β’ επιπέδου, στο οποίο γίνεται λεπτομερής έλεγχος της ανάπτυξης και ανιχνεύονται τυχόν ανωμαλίες στην ανατομία του εμβρύου. Ελέγχονται αναλυτικά όλα τα όργανά του (καρδιαγγειακό σύστημα, πεπτικό, νεφροί και λοιπό ουροποιητικό, νευρικό σύστημα). Προσδιορίζουμε τη θέση του πλακούντα, του όγκου του αμνιακού υγρού, μετρούμε την ανάπτυξη του εμβρύου και διερευνούμε την ύπαρξη δεικτών που σχετίζονται με χρωμοσωμικές ανωμαλίες. Κυρίως στις γυναίκες υψηλού κινδύνου για πρόωρο τοκετό (πολλαπλές κυήσεις, προηγούμενο πρόωρο τοκετό, ανωμαλίες της μήτρας ή προηγούμενες χειρουργικές επεμβάσεις στον τράχηλο της μήτρας της γυναίκας) διενεργείται, διακολπικό υπερηχογράφημα μέτρησης του μήκους του  τραχήλου της μήτρας. 

Ένα υπερηχογράφημα β’ επιπέδου χωρίς εμφανή παθολογικά ευρήματα μειώνει σε μεγάλο ποσοστό τον κίνδυνο ύπαρξής τους αλλά σε καμία περίπτωση δεν τον εξαλείφει.

 

ΥΠΕΡΗΧΟΓΡΑΦΗΜΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ- DOPPLER

Το υπερηχογράφημα αυτό έχει ως σκοπό να καθορίσει την ανάπτυξη του εμβρύου και συγχρόνως να μελετήσει την αιμάτωση της μήτρας, του πλακούντα και του ίδιου του εμβρύου. Περιλαμβάνει: Μέτρηση του μεγέθους του εμβρύου, όσον αφορά την κεφαλή, την κοιλιά και το μηριαίο οστό και τέλος την εκτίμηση του βάρους του. Μετράται η ποσότητα του όγκου του αμνιακού υγρού του εμβρύου, του υγρού δηλαδή που περιβάλλει το έμβρυο. Επίσης διερευνάται η ποιότητα -ωριμότητα και η θέση του πλακούντα. Εξετάζονται οι κινήσεις του εμβρύου και οι καταποτικές του κινήσεις. Πραγματοποιείται το biophysic profile του εμβρύου, εφόσον παράλληλα με το έγχρωμο υπερηχογράφημα  Doppler εκτιμάται η ροή του αίματος στις μητριαίες αρτηρίες, στην ομφαλική αρτηρία, στη μέση εγκεφαλική αρτηρία και στο φλεβώδη πόρο. Βεβαίως πρέπει να σημειωθεί πως πολλοί μαιευτήρες συμβουλεύουν η εξέταση αυτή να πραγματοποιείται κυρίως στις έγκυες που παρουσιάζουν επιπλοκές στην παρούσα ή σε προηγούμενες κυήσεις, όπως: προεκλαμψία - υπέρταση κύησης,  διαβήτη, η ενδομήτρια καθυστέρηση ανάπτυξης ή ιστορικό παθολογίας σε προηγούμενη κύηση.